αστακός

αστακός
ο омар;

§ κόκκινος σαν αστακός — красный как рак;

οπλισμένος σαν αστακός — вооружённый до зубов


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "αστακός" в других словарях:

  • Ἀστακός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστακός — the smooth lobster masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄστακος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αστακός — I Αρχαία πόλη της Μικράς Ασίας, αποικία των Μεγαρέων. Βρισκόταν κοντά στον Βόσπορο, σε παράλια τοποθεσία. Eίχε ονομαστεί έτσι από κάποιον Σπαρτιάτη Αστακό, κατά τον Μέμνονα, ή σύμφωνα με μια μυθολογική εκδοχή, από τον ομώνυμο γιο του Ποσειδώνα… …   Dictionary of Greek

  • Αστακός — Sp Astãkas Ap Αστακός/Astakos L V Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • αστακός — ο δεκάποδο μακρόουρο μαλακόστρακο· από το γεγονός ότι έχει δυνατές απειλητικές δαγκάνες γεννήθηκε η φράση: «οπλισμένος σαν αστακός» …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μαγγίνας, Αναστάσιος ή Τάτσης — (Αστακός Αιτωλοακαρνανίας 1792 – 1880). Πολιτικός και αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και μορφώθηκε στα Ιωάννινα. Προσελήφθη ως γραμματέας από τον Βελή πασά, γιο του Αλή πασά των Ιωαννίνων, και από το 1818 διοίκησε τη Θεσσαλία …   Dictionary of Greek

  • Ἀστακοῖς — Ἀστακός masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστακοῖς — ἀστακός the smooth lobster masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀστακοί — Ἀστακός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστακοί — ἀστακός the smooth lobster masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»